Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Φωτιές και Φιλίες


Όταν πέρσι τον Ιούλιο έγραφα για την Ελένη στις φλόγες (μια αληθινή ιστορία) , δεν φανταζόμουν ότι φέτος θα την ζούσα προσωπικά, εκτός από το τραγικό τέλος ευτυχώς.


Όλα ξεκίνησαν το βράδυ της Παρασκευής, 21 Αυγούστου 2009. Στο Γραμματικό είχαν γιορτή. Ξαφνικά άρχισαν και φωταψίες. Κάποιος αποφάσισε ότι οι ζωές μας ήταν πολύ ανιαρές και πέταξε ένα σπίρτο (ή κάτι άλλο) πάνω σε μερικά ξερόχορτα κάπου εκεί, σε μια πλαγιά στο Γραμματικό. Τώρα θες η γιορτή, θες η άποψη ότι δεν βαριέσαι την σβήνουμε αύριο, το επόμενο πρωί μας βρήκε με μια αρκετά δυνατή φωτιά και πιο δυνατούς ανέμους.

Στις δέκα και μισή το πρωί του Σαββάτου πήγαμε στην Νέα Μάκρη να δούμε την θεία μου, όταν ο Σκάι (νάναι καλά) μας πληροφόρησε πως η φωτιά πλησιάζει στην κορυφογραμμή του λόφου, προς Μαραθώνα. Όπως κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο, έτσι ξαναμπήκαμε μέσα και γραμμή για το σπίτι.

Στο βάθος της Μαραθώνος φαινόταν καπνός, αλλά τίποτα το ανησυχητικό. Τέτοια έχουμε δει αρκετά τα τελευταία χρόνια στην Αττική. Στις έντεκα είμαστε στο σπίτι και καλού κακού πήραμε ένα-δυό πράγματα και στηθήκαμε να παρακολουθούμε την φωτιά. Δεν μας απογοήτευσε. Φάνηκε στην κορυφή του λόφου πίσω από τους καπνούς. Ήταν περίπου έντεκα και μισή το πρωί. Είχαν βγει και οι γείτονες έξω. Η περιοχή μας είναι λίγο έξω από τον Μαραθώνα, γεμάτη από αιωνόβια πλατάνια, ελιές και πράσινο, πολύ πράσινο. Τα σπίτια πολύ λίγα.

Σε λιγότερο από ένα τέταρτο, η φωτιά έπαψε να μας κοιτάζει από την κορυφή του λόφου και είπε να συνάψει στενότερες σχέσεις μαζί μας. Καθώς κατηφόριζε προς συνάντησή μας όλοι πήραμε τα αυτοκίνητα και κατεβήκαμε μερικές εκατοντάδες μέτρα προς το χωριό. Σταθήκαμε και περιμέναμε. Είναι αξιοθαύμαστο πως σε τέτοιες στιγμές πιάνεις κουβέντα φιλοσοφική με τους γείτονές σου, όταν σε καθημερινή βάση δεν βρίσκεις καιρό ούτε για μια καλημέρα.

-Λέτε να προχωρήσει η φωτιά προς τα εδώ; Τι θα κάνουμε;

-Δεν βαριέστε. Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Τίποτα δεν φέραμε όταν γεννηθήκαμε, τίποτα δεν θα πάρουμε μαζί μας.

-Ας μας βοηθήσει ο Θεός γιατί δεν ξέρουμε αν θα μπορέσουν οι πυροσβέστες. κλπ. κλπ.

Ο ένας γείτονας, πιο προνοητικός απ’όλους ετοίμασε τα λάστιχα, έβαλε μπροστά το αλυσοπρίονο και άρχισε να κόβει κάτι κλαδιά ελιάς που ακούμπαγαν στην μάντρα του.

Πόση ώρα πέρασε; Πέντε δέκα λεπτά; Η φωτιά επιθύμησε πιο θερμές σχέσεις μαζί μας. Εμείς προτιμήσαμε να μπούμε στα αυτοκίνητα και να πάμε λίγο πιο κάτω. Ο καπνός γινόταν όλο και πιο πυκνός. Άρχισαν τα τηλέφωνα.

-Πού είστε; Τι γίνεται;

Ο καθένας μιλούσε με συγγενείς και φίλους. Πυροσβεστικά, εναέρια ή επίγεια δεν φαινόντουσαν. Ένα περιπολικό, δυό τρεις μηχανές με άντρες της τροχαίας που μας έλεγαν να πάμε πιο κάτω. Αυτό ήταν όλο. Δώδεκα η ώρα, δωδεκάμιση, μία. Φήμες ακουγόντουσαν.

-Ο ναός πήρε φωτιά. Το διπλανό σπίτι καίγεται.

-Το δικό μου, το δικό μου τι γίνεται;

Αγωνιώδεις ερωτήσεις που δεν έβρισκαν απάντηση. Οι φλόγες ούρλιαζαν όλο και πιο δυνατά το εφιαλτικό τραγούδι τους, ο καπνός έπνιγε τον λαιμό και τα όνειρά μας . Τώρα πέρναγαν και κάποια πυροσβεστικά ελικόπτερα από πάνω μας αλλά όχι για εμάς. Πήγαιναν στο Γραμματικό.

Επιτέλους η φωτιά πέρασε από το δάσος με τα πλατάνια και ανηφόρησε προς τα νότια, σ’ένα βραχώδη λόφο. Το τηλέφωνο κτύπησε άλλη μια φορά. Ο γείτονας με τα λάστιχα και το αλυσοπρίονο, πούχε μείνει στο σπίτι του μαζί με φίλους, για να το προστατέψει, μας ενημέρωσε ότι η φωτιά είχε περάσει και να πάμε να σβήσουμε κάτι μικροεστίες. Νάσαι καλά Κώστα. Άλλη πληροφόρηση δεν είχαμε, μια και πυροσβεστική δεν φάνηκε, παρά ένα δυο αυτοκίνητα του δήμου, που ήρθαν απλώς να γεμίσουν νερό από την πηγή και εξαφανίστηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στο αυτοκίνητο και ολοταχώς στο σπίτι. Τι θα αντικρίζαμε;

Δεξιά και αριστερά όλα καμένα. Που πήγαν τα αιωνόβια πλατάνια; Σε μια ώρα πώς ακυρώθηκε δεκάδων χρόνων προσπάθεια βλάστησης και ανάπτυξης, μέχρι να απλώσουν τα μπράτσα τους στον ουρανό; Μπράτσα γυμνά, γκρίζα, απελπισία σκέτη.

Το σπίτι πώς την γλύτωσε; Μοιάζει λίγο με θαύμα. Η φωτιά πέρασε δεξιά του και αριστερά του με φόρα. Έκαψε τις λεύκες, τις ελιές κάθε τι πράσινο αλλά δεν το άγγιξε. Δόξα στον Θεό. Ορμήσαμε στα λάστιχα, αλλά πού νερό; Ευτυχώς που είχαμε προνοήσει και είχαμε την γεννήτρια και την στέρνα. Το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπά και ήδη έφταναν από την Νέα Μάκρη οι φίλοι και οι αδελφοί μας. Άρπαξαν τα λάστιχα, τους κουβάδες και άρχισαν να ρίχνουν νερό μέσα στις ελιές. Ελιές που δυο άντρες δεν έφταναν να αγκαλιάσουν. Εκατό χρονών ή παραπάνω; Τις βρήκαμε πριν είκοσι χρόνια, όταν αγοράσαμε το χωράφι. Μας έδωσαν ελιές και λάδι. Τώρα μέσα από τις κουφάλες τους έβγαιναν φλόγες και καπνοί. Τους ρίχναμε μέσα νερό, έσβηναν για ένα λεπτό και ξαναφούντωναν. Τα φύλα τους ήδη κοίτονταν στο χώμα στάχτη.

Ο γιός μας είχε ήδη φτάσει από την Αθήνα, παρότι του είπα να μην έρθει, από φόβο μην του συμβεί τίποτα. Σ’ευχαριστούμε αγόρι μου. Σ’ευχαριστούμε Μανούσο, Λουκά, Γιώργο και Γιώργο, Δημήτρη. Σ’ευχαριστούμε Ντίνα, Δήμητρα, Γιώτα, Μάνο, Σπύρο. Που σβήσατε τις ελιές μας (και του γείτονα και του απέναντι που δεν ξέρω ποιος είναι). Που αναπνεύσατε μαζί μας τα αποκαΐδια. Ευτυχώς που είναι και η γρίπη. Όχι δεν μου έστριψε. Απλώς είχαμε αγοράσει από το φαρμακείο κάτι μάσκες για να βρίσκονται καλού κακού, καθώς βλέπαμε τις οδηγίες για το επικείμενο κακό. Δεν φανταζόμαστε τότε ότι μια φωτιά είναι πιο πραγματικό κακό.

Το απόγευμα, αφού είχαμε ξεθεωθεί να τρέχουμε να σβήνουμε τις φλόγες γύρω γύρω στο χωράφι και απέναντι στον δρόμο, πέρασε ένα πυροσβεστικό όχημα. Του φώναξα και ο οδηγός μου απάντησε:

-Αυτά σβήστε τα μόνοι σας. Πάμε σε άλλους που καίγονται αλήθεια.

Νάναι καλά ο άνθρωπος.
Ημέρα πρώτη τέλος. Ένας ύπνος, σαν του λαγού, μ΄ένα μάτι μισάνοιχτο και μια μύτη να οσφραίνεται τον αέρα μέχρι να φέξει…

1 σχόλιο:

HOMERI HUMUS είπε...

Αξέχαστη και τερατώδης εμπειρία.
Για εσάς που τη ζήσατε τόσο έντονα αλλά και για εμάς που τη ζήσαμε λίγο εκ του ασφαλούς...